Η αρχή του τέλους και το τέλος της αρχής

Η κρίση,όπως και η Ρώμη, δεν γεννήθηκε σε μια μέρα. Το χειρότερο; Δεν θα εξαλειφθεί το ίδιο γρήγορα. Κι επειδή, ως γνωστόν, σε αυτή τη ζωή, από τα σύννεφα πέφτουν μόνο όσοι αγνοούν την ιστορία, μια ματιά στο όχι και τόσο απώτερο παρελθόν φτάνει για να αποκηρυχθούν όλοι όσοι τριγυρνούν δεξιά κι αριστερά παριστάνοντας τους μικρέμπορους της αισιοδοξίας και των «πρόωρων καλών νέων». Λοιπόν, έχουμε και λέμε: μετά το κραχ του ’29, ακολούθησε μια τετραετία έντονης κάμψης μεγεθών, δεικτών και προσαρμογών, που όντως όμοιά της δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε η οικονομική επιστήμη.

Παραδόξως πώς, το ’33, όμως, ήταν μια αναπάντεχα καλή χρονιά, που έκανε πολλούς να αναθαρρήσουν και πολύ περισσότερους να είναι αισιόδοξοι. Στην πραγματικότητα και παρατηρώντας τις τότε εξελίξεις από την ασφάλεια που παρέχει η απόσταση των 77 ετών, εκείνη η χρονιά δεν αποτέλεσε παρά μια σύντομη παρένθεση. Η ουσιαστική ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας άρχισε να καταγράφεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Δηλαδή, 20 ολόκληρα χρόνια μετά τη χρονιά που πολλοί σύγχρονοι οικονομολόγοι χαρακτήριζαν ως «αρχή του τέλους» της κρίσης. Στην πραγματικότητα, το ’33 δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το «τέλος της αρχής». Η αρχή του τέλους, έπρεπε να περάσουν δύο δεκαετίες και να μεσολαβήσει ένας Παγκόσμιος Πόλεμος, για να δρομολογηθεί. Σημαντική διευκρίνιση: η παρεμβολή ενός πολέμου στην προκειμένη περίπτωση δεν λογίζεται ως αρνητικό γεγονός για την ανάκαμψη της οικονομίας. Αντιθέτως, ήταν αυτός που έδωσε την τελική ώθηση για να ακολουθήσει η περίοδος της μεγάλης σύγκλισης. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας, παρατηρήθηκε ενδεχομένως για πρώτη φόρα και σίγουρα για τελευταία, τουλάχιστον κατά τον αιώνα που πέρασε, το φαινόμενο της οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας μεταξύ των ομάδων του πληθυσμού. Ποτέ άλλοτε, για παράδειγμα, δεν καταγράφηκε τόσο μεγάλη σύγκλιση των ετήσιων απολαβών μεταξύ του μέσου εργαζόμενου και του μέσου διευθύνοντος συμβούλου στις ΗΠΑ. Ανάλογη ήταν η εικόνα και στην Ευρώπη. Πόσο κράτησε το «θαύμα»; Οχι παραπάνω από 10 χρόνια. Κι αυτό γιατί από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε η περίοδος της μεγάλης απόκλισης, η οποία πήρε τις πραγματικές της διαστάσεις στις αρχές του ’70. Αλλά και πάλι, οι απολαβές του CEO της General Motors ούτε κατά διάνοια δεν έφταναν, αναλογικά, εκείνες του CEO της Wall Mart λίγο πριν ενσκήψει η τελευταία μεγάλη οικονομική κρίση. Η οποία και πάλι αναμένεται ότι θα διορθώσει την κατάσταση των έντονων ανισορροπιών, σε βάθος χρόνου. Γιατί το επέκεινα αυτής της κρίσης θα το ζούμε επί μακρόν, όπως διδάσκει η ιστορία. Οπότε, υπομονή…

Advertisements

Ο Χότζας και οι τραπεζίτες

Κάποιος θα πρέπει να μιλήσει στους τραπεζίτες για τον γάιδαρο του Χότζα, που ψόφησε ενώ επιχειρούσε να τον εκπαιδεύσει να μην… τρώει. Και να τους πει ότι κινδυνεύουν να «ξυπνήσουν» μια μέρα στο ίδιο «παχνί», αν συνεχίσουν τη σημερινή τακτική. Δηλαδή, να αυξάνουν κάθε λίγο και λιγάκι τα spreads των επιτοκίων με τα οποία δανείζουν τις επιχειρήσεις – πελάτες τους. Γιατί κινδυνεύουν να «ξυπνήσουν» ένα άλλο πρωί και να μην υπάρχουν ούτε επιχειρήσεις ούτε πελάτες. Οπότε, η «επόμενη πίστα» θα είναι αυτή που εξαφανίζονται και οι ίδιες. Αρα, δεν θα υπάρχει νικητής, το παιχνίδι δεν θα έχει αξία και όλοι θα μετρούν τις πληγές τους. Αυτό είναι το ζητούμενο;

Η στήλη με τους τραπεζίτες δεν έχει κανένα απολύτως θέμα. Αντιθέτως, τους θεωρεί όντως «ατμομηχανή». Μόνο που τώρα τελευταία τρέχουν σε λάθος ράγες. Και αν το αμφισβητούν, ας κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά σε αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες στην αγορά, το οποίο είναι ανεπανάληπτο ακόμα και για τα απερίγραπτα ελληνικά δεδομένα. Από τις διευθύνσεις τραπεζικών χορηγήσεων μεγάλων -και όχι μόνο- επιχειρήσεων, σχεδόν σε καθημερινή βάση, γίνονται ενημερώσεις στους οικονομικούς διευθυντές εταιρειών ότι «βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι τα spreads δανεισμού σας αυξάνουν». Για την ακρίβεια, η διατύπωση δεν είναι πάντα τόσο ευγενική, όσο παραπάνω. Για την ιστορία, επίσης, η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο καινούργια δάνεια, αλλά και υφιστάμενα. Και για τη συμπλήρωση του παζλ, η αύξηση αυτή δεν είναι της τάξης των 50 και των 100 μονάδων βάσης, αλλά μερικές φορές ξεπερνά και το 2,50%. Τώρα τελευταία μάλιστα αυτή η διελκυστίνδα παρουσιάζει τάσεις διεύρυνσης. Δηλαδή, όσο βαθαίνει η κρίση τόσο αυξάνει το επιτόκιο και άρα πλησιάζει ολοένα και περισσότερο το μοιραίο. Δηλαδή το λουκέτο.

Και το ερώτημα που εύλογα γεννάται είναι: Πόσα Phd χρειάζονται για να καταλάβει κανείς ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο όλοι τρέχουν με ελαφρά πηδηματάκια προς τον γκρεμό; Γιατί από πού θα βρει για να πληρώσει το χρήμα, που από μέρα σε μέρα ακριβαίνει, ο επιχειρηματίας που βιώνει την κρίση στο πετσί του; Πόσους υπαλλήλους θα πρέπει ακόμα να απολύσει; Και πόσες οικονομίες να κάνει; Κι αν φτάσει η μοιραία μέρα που θα πει ότι δεν πληρώνει, από πού θα διασφαλίσει η τράπεζα τα χρέη; Από τα ανύπαρκτα, εδώ και καιρό, πάγια των ελληνικών επιχειρήσεων; Αυτές -όχι ότι είναι καλύτερες- είχαν μάθει να παρέχουν υπηρεσίες, αντί να παράγουν πλούτο. Πόσες Πόρσε έχουν απομείνει για να δεσμευτούν; Και τι θα τις κάνουν κι αυτές οι τράπεζες; «Βρώμισαν» οι μάντρες από δαύτες και δεν ξέρουν ήδη τι να τις κάνουν. Οπως και το κράτος τους ανέργους, σε λίγο καιρό…

Η ήττα έχει …ποσοστό

Πόσο κοστολογεί την “ήττα” των ελληνικών ομολόγων από όλη αυτή την ιστορία της κρίσης, της έλλειψης ρευστότητας και των συνεχών υποβαθμίσεων, η “Διεθνής των Τραπεζών”; Στο 17%. Πλέον, το ελληνικό πρόβλημα ποσοτικοποιείται. Κάτι είναι κι αυτό, αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι τώρα ο καθένας έλεγε το μακρύ και το κοντό του…

Το ματς χάθηκε από τα αποδυτήρια

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περί τους 700.000 εργαζομένους με βαρέα –και ενίοτε υπερβαρέα– και ανθυγιεινά ένσημα. Αν κάποιος δεν γνώριζε την κατάσταση κι άκουγε μόνο τον συγκεκριμένο αριθμό, θα νόμιζε ότι βρίσκεται κάπου στην Κίνα. Θα θεωρούσε περίπου δεδομένο ότι ο ρυθμός ανάπτυξης τρέχει με +12% και εννοείται ότι θα έπεφτε από τα σύννεφα όταν θα άκουγε πανηγυρισμούς, επειδή η ύφεση φέτος δεν θα κλείσει στο –4%, αλλά στο –3,5%. Κι ευλόγως, μετά το πρώτο σοκ, θα του γεννιόταν το ερώτημα: Πού απασχολούνται όλοι αυτοί ή, καλύτερα, πού είναι κρυμμένοι; Αφού είναι γνωστό ότι ο όρος «βαριά βιομηχανία» στη χώρα μας είναι άνευ περιεχομένου και παραπέμπει εδώ και καιρό σε σύντομο ανέκδοτο. Oχι, βεβαίως, ότι δεν υπάρχουν κι εργαζόμενοι στα βαρέα. Δυστυχώς, όμως, τους ανθρώπους αυτούς «τους παίρνει η μπάλα». Kαι κάπως έτσι οι εργαζόμενοι στα χαλυβουργεία χάνουν το δίκιο τους επειδή κάποιοι έδωσαν τα ίδια δικαιώματα στις χειρίστριες κοπτοραπτικών μηχανών, αλλά τα αφαίρεσαν από τους οδοκαθαριστές. Τρελά πράγματα, δηλαδή.

Τα συνδικάτα, από την πλευρά τους, ζουν το δικό τους δράμα. Τρέχουν τώρα να διασφαλίσουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα των βαρέων και ανθυγιεινών, αλλά κάθε φορά που τολμούν να αναφέρουν τον αριθμό των δικαιούχων, χάνουν το ματς από τα αποδυτήρια. Γιατί καλά να το λες στον Ελληνα υπουργό Εργασίας, που είναι «υποψιασμένος», αφού «ξέρει» και δείχνει «κατανόηση» όταν του «κλείνεις το μάτι». Αλλά να το πεις στον Σουηδό ελεγκτή και να ελπίζεις ότι θα το πιστέψει, είναι σαν να έχεις δώσει ραντεβού με τη Δευτέρα Παρουσία και να την περιμένεις στην ώρα της. Γίνονται αυτά τα πράγματα;

Δεν νομίζω. Oπως δεν γίνεται να βάζεις μια ζωή μαξιμαλιστικά «θέλω» και να έχεις την απαίτηση να σου προκύπτουν. Ηταν μαθηματικώς βέβαιον ότι κάποια στιγμή η δουλειά «θα στράβωνε». Τώρα, η ΓΣΕΕ παρακολουθεί, ανήμπορη, σε αρκετές περιπτώσεις, να αντιδράσει, το ξήλωμα του πουλόβερ. Ενδεχομένως, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι εκπρόσωπος των εργαζομένων ήταν, αυτή ήταν η δουλειά της: να επιδιώκει το καλύτερο. Λάθος, γιατί σε αυτήν την περίπτωση, το καλύτερο θα ήταν να εισπράτταμε όλη την επιταγή με το μηνιάτικο σπίτια μας, την 1η του μηνός. Και απλώς να την εξαργυρώναμε. Το σωστότερο, όμως, θα ήταν να έβαζε στο τραπέζι λογικές απαιτήσεις για να εξασφαλίσει αύριο-μεθαύριο το σημαντικότερο: εργασία – ασφάλιση – συντάξεις. Ακολουθώντας την ανάποδη τακτική –σε άμεση συνέργεια με τους πολιτικούς– το μόνο που κατάφερε ήταν να τρέχει σήμερα και να μην προλαβαίνει τα αυτονόητα. Iσως αυτή η κρίση να είναι μια καλή αιτία για να κάνουν και τα συνδικάτα την αυτοκριτική τους. Ετσι κι αλλιώς, όπως πάνε τα πράγματα, σε λίγο καιρό δεν θα έχουν και πολλά να κάνουν…

Ζητούνται κορόιδα

Στην κυβέρνηση, ακόμα και τώρα, στις δύσκολες στιγμές που περνάμε, δεν έχασαν την αίσθηση του χιούμορ. Δείγμα θετικό και αισιόδοξο για το μέλλον μας. Αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει ελπίδα, οπότε μπορούμε να αισιοδοξούμε κι εμείς οι υπόλοιποι. Παράδειγμα: «Βγαίνουν» στις διεθνείς αγορές για να πουλήσουν κρατική περιουσία, προσδοκώντας ότι θα συγκεντρώσουν περί το 1 δισ. ευρώ και ανακοινώνουν ότι πουλάνε ό, τι πιο σκουριασμένο «ασημικό» υπάρχει στο οικογενειακό ντουλάπι. Αν δεν είναι αυτό το ανέκδοτο των ημερών, τότε ποιο είναι;

Για παράδειγμα, ανακοινώνουν ότι πουλάνε τον… ΟΣΕ. Αυτόν που ούτε όσοι τον ξεζούμιζαν όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν τον αντέχουν. Γι’ αυτόν τον ΟΣΕ, λοιπόν, το ελληνικό Δημόσιο απευθύνει πρόσκληση: «Ελάτε να τον αγοράσετε». Κατά βάθος, βεβαίως, όλοι ξέρουν πως ούτε τα λεφτά της αγγελίας δεν θα βγάλουν (σ. σ. εκτός κι αν δεν έχουν σκοπό να την πληρώσουν – δεν θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά). Και εύλογα γεννάται το καλοπροαίρετο ερώτημα: Δηλαδή, πόσα «κορόιδα» νομίζουμε ότι κυκλοφορούν ακόμα στις αγορές και περιμένουν εμάς για να τους τα «αρπάξουμε»; Στους Κινέζους της Cosco, που επιχειρήσαμε να τους «πουλήσουμε μυαλό», μας το ξέκοψαν. «Παρεξήγηση», μας είπαν. «Εμείς ναυτιλιακές εργασίες παρέχουμε. Δεν ζωντανεύουμε… νεκρούς». Κι εκεί σταμάτησε κάθε συζήτηση, αφού στην πραγματικότητα δεν είχε κανένα απολύτως αντικείμενο.

Oχι βεβαίως ότι αν αποφασίσουμε να πουλήσουμε, δεν έχουμε να κατεβάσουμε τίποτα από το ράφι. Μόνο που ό, τι μπορεί να «πιάσει» ακόμα τιμή το κρατάμε για πάρτη μας. Για παράδειγμα, τον ΟΠΑΠ. Οσοι τον ξέρουν λένε ότι είναι χρυσοτόκος κότα. Αν αύριο το πρωί δημοσιευόταν μια πρόσκληση ενδιαφέροντος, έξω από το υπουργείο Οικονομικών θα σχηματιζόταν ουρά. Αυτόν, όμως, δεν τον πουλάμε. Κι εύλογα γεννάται το ερώτημα σε όλους όσοι εκτός συνόρων βάζουν το χέρι στην τσέπη για να μας συνδράμουν οικονομικά τους τελευταίους μήνες: «Τι ακριβώς νομίζετε ότι κάνετε;». Το έθεσαν με εύσχημο τρόπο την προηγούμενη εβδομάδα οι Financial Times και αναμένεται ότι θα κάνουν σύντομα κι άλλοι. Εμείς, απλώς, προς το παρόν, κάνουμε ότι δεν ακούμε. Και επιμένουμε «στο βιολί μας». Από προχθές, μάλιστα, απειλούμε κιόλας. «Θα πάμε στα δικαστήρια τις αμερικανικές τράπεζες που αποδεδειγμένα μας εξαπάτησαν την περίοδο που τα spreads ανέβαιναν κατακόρυφα». Και καλά θα κάνουμε. Μόνο που θα πρέπει να παραδεχθούμε μαζί ότι το ίδιο διάστημα, ένα ολόκληρο Μέγαρο Μαξίμου κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Αφού προηγουμένως είχε «φάει» τρεις – τέσσερις φορές με τους επικεφαλής των εν λόγω τραπεζών και δεν είχε πάρει μυρουδιά τι του «μαγείρευαν». Υπάρχουν και οι ημερομηνίες, για όσους ενδιαφέρονται…

Η αρχή του τέλους και το τέλος της αρχής

Η κρίση,όπως και η Ρώμη, δεν γεννήθηκε σε μια μέρα. Το χειρότερο; Δεν θα εξαλειφθεί το ίδιο γρήγορα. Κι επειδή, ως γνωστόν, σε αυτή τη ζωή, από τα σύννεφα πέφτουν μόνο όσοι αγνοούν την ιστορία, μια ματιά στο όχι και τόσο απώτερο παρελθόν φτάνει για να αποκηρυχθούν όλοι όσοι τριγυρνούν δεξιά κι αριστερά παριστάνοντας τους μικρέμπορους της αισιοδοξίας και των «πρόωρων καλών νέων». Λοιπόν, έχουμε και λέμε: μετά το κραχ του ’29, ακολούθησε μια τετραετία έντονης κάμψης μεγεθών, δεικτών και προσαρμογών, που όντως όμοιά της δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε η οικονομική επιστήμη.

Παραδόξως πώς, το ’33, όμως, ήταν μια αναπάντεχα καλή χρονιά, που έκανε πολλούς να αναθαρρήσουν και πολύ περισσότερους να είναι αισιόδοξοι. Στην πραγματικότητα και παρατηρώντας τις τότε εξελίξεις από την ασφάλεια που παρέχει η απόσταση των 77 ετών, εκείνη η χρονιά δεν αποτέλεσε παρά μια σύντομη παρένθεση. Η ουσιαστική ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας άρχισε να καταγράφεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Δηλαδή, 20 ολόκληρα χρόνια μετά τη χρονιά που πολλοί σύγχρονοι οικονομολόγοι χαρακτήριζαν ως «αρχή του τέλους» της κρίσης. Στην πραγματικότητα, το ’33 δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το «τέλος της αρχής». Η αρχή του τέλους, έπρεπε να περάσουν δύο δεκαετίες και να μεσολαβήσει ένας Παγκόσμιος Πόλεμος, για να δρομολογηθεί. Σημαντική διευκρίνιση: η παρεμβολή ενός πολέμου στην προκειμένη περίπτωση δεν λογίζεται ως αρνητικό γεγονός για την ανάκαμψη της οικονομίας. Αντιθέτως, ήταν αυτός που έδωσε την τελική ώθηση για να ακολουθήσει η περίοδος της μεγάλης σύγκλισης. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας, παρατηρήθηκε ενδεχομένως για πρώτη φόρα και σίγουρα για τελευταία, τουλάχιστον κατά τον αιώνα που πέρασε, το φαινόμενο της οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας μεταξύ των ομάδων του πληθυσμού. Ποτέ άλλοτε, για παράδειγμα, δεν καταγράφηκε τόσο μεγάλη σύγκλιση των ετήσιων απολαβών μεταξύ του μέσου εργαζόμενου και του μέσου διευθύνοντος συμβούλου στις ΗΠΑ. Ανάλογη ήταν η εικόνα και στην Ευρώπη. Πόσο κράτησε το «θαύμα»; Οχι παραπάνω από 10 χρόνια. Κι αυτό γιατί από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε η περίοδος της μεγάλης απόκλισης, η οποία πήρε τις πραγματικές της διαστάσεις στις αρχές του ’70. Αλλά και πάλι, οι απολαβές του CEO της General Motors ούτε κατά διάνοια δεν έφταναν, αναλογικά, εκείνες του CEO της Wall Mart λίγο πριν ενσκήψει η τελευταία μεγάλη οικονομική κρίση. Η οποία και πάλι αναμένεται ότι θα διορθώσει την κατάσταση των έντονων ανισορροπιών, σε βάθος χρόνου. Γιατί το επέκεινα αυτής της κρίσης θα το ζούμε επί μακρόν, όπως διδάσκει η ιστορία. Οπότε, υπομονή…

Μια σκηνή πίσω, μονίμως…

Στο ΠΑΣΟΚ πάντα είχαν ένα θέμα με τον χρόνο. Από συστάσεως του Κινήματος. Αυτή τη φορά, απλώς, το παράκαναν. Σε επίπεδο τακτικής, αν επιχειρήσει κανείς μια μικρή αναδρομή στους τελευταίους έξι κρίσιμους όσο και μοιραίους μήνες, θα διαπιστώσει ότι η κυβέρνηση αντιδρούσε πάντα με μια «διαφορά φάσης». Και τώρα το πληρώνει (μαζί και όλοι εμείς οι υπόλοιποι). Προσέξτε:

Α) Τον περασμένο Νοέμβριο-Δεκέμβριο, όταν όλοι όσοι γνώριζαν την κατάσταση της οικονομίας, μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ζητούσαν -σχεδόν παρακαλούσαν- από τον πρωθυπουργό να προχωρήσει στην άμεση λήψη μέτρων, εκείνος αγέρωχα τους απαντούσε ότι «είναι επικεφαλής σοσιαλιστικής κυβέρνησης» και ότι θα απαντούσε στην κρίση «με την πράσινη ανάπτυξη», κάνοντας τους υπόλοιπους να κοκκινίζουν από τον θυμό. Σύντομα η «πράσινη ανάπτυξη» χάθηκε από τον ορίζοντα κι από το λεξιλόγιο του πρωθυπουργού, αλλά μαζί χάθηκε και πολύτιμος χρόνος, που δεν ανακτάται με τίποτα.

Β) Λίγο μετά, όταν όλοι του επισήμαιναν να προσέχει τις «παρέες» του, που είναι αποδεδειγμένα κακές, συναντούσε δις τον νούμερο 2 της Goldman Sachs (σ.σ. χωρίς να έχει διευκρινιστεί μέχρι σήμερα ποιος τους έφερε σε επαφή· κάτι που θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον). Οταν ο διπλός ρόλος της Goldman Sachs αποκαλύφθηκε, ήταν επίσης πολύ αργά. Τα spreads είχαν πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή, εκεί γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου.

Γ) Οταν στο Μέγαρο Μαξίμου άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο, άρχισαν να παίζουν με τις λέξεις και τις απειλές, νομίζοντας ότι είναι σε θέση να εκβιάζουν τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και όποιον άλλον: «Αν δεν μας δώσετε βοήθεια (σ.σ. χωρίς, όμως, να τη ζητήσουμε), τότε θα πάμε στο ΔΝΤ». Παράλογα πράγματα, δηλαδή. Η απάντηση ήταν άμεση, «πληρωμένη» και καταστροφική: «Να πάτε και φεύγοντας αφήστε το ευρώ στην πόρτα».

Δ) Τα spreads βρίσκονταν πλέον εκτός ελέγχου και στην κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενοι ότι «αν αργήσουμε κι άλλο καταστρεφόμαστε», κάνουν την επόμενη καθυστερημένη όσο και λανθασμένη κίνηση. Αρχίζουν να πιέζουν για τη σύσταση ενός μηχανισμού διάσωσης της οικονομίας από ΔΝΤ κι Ευρωζώνη, χωρίς να πιέζουν παράλληλα και για την ανάγκη άμεσης ενεργοποίησής του, εφαρμόζοντας την υποτιθέμενη πολιτική «του πιστολιού πάνω στο τραπέζι». Οι αγορές, ούτε που… ιδρώνουν και οδηγούν τα spreads σε νέα ρεκόρ.

Ε) Στο οικονομικό επιτελείο καταλαβαίνουν, πάντα με τη γνωστή «διαφορά φάσης», ότι «το όπλο πρέπει να είναι και γεμάτο». Και τρέχουν να προλάβουν για να το γεμίσουν. Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε τώρα. Οι «άλλοι» απέναντι (πείτε τους κερδοσκόπους, πείτε τους ραντιέρηδες, πείτε τους τοκογλύφους, πείτε τους όπως θέλετε) έχουν βγάλει ήδη το πιστόλι από τη θήκη κι ετοιμάζονται να πυροβολήσουν. Κι εμείς ψάχνουμε για τις σφαίρες. Βρισκόμαστε, δηλαδή, πάντα μια σκηνή πίσω. Ε, για να προβλέψετε τη συνέχεια, δεν θέλει και πολλή φαντασία