O Χάγιεκ, οι ακάλυπτες επιταγές και ο Δαρβίνος

Ο Χάγιεκ το έγραφε, αλλά ποιος τον διάβαζε και κυρίως ποιος τον μετέφραζε. «Καμία κοινωνία», υποστήριζε, «δεν μπορεί να έχει πολιτική ελευθερία, όταν λείπει η οικονομική ελευθερία». Εκτός κι αν μιλάμε για την Ελλάδα, όπου η οικονομική ελευθερία υφίσταται, αλλά μόνο στο μιλητό. Γιατί, τι είδους οικονομική ελευθερία υπάρχει σ’ ένα κράτος όπως αυτό, όπου τα οφέλη που αντλεί κανείς από την ελευθερία, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση της που κάνουν οι άλλοι; Κι όταν είναι κακή (όπως συνήθως γίνεται), τότε καλείσαι, για παράδειγμα, να πληρώσεις διπλά και τριπλά τον υψηλό, ούτως ή άλλως, φόρο εισοδήματός σου, για να καλύψεις κι εκείνους που φοροδιαφεύγουν ή εκείνους που ξεχνούν να υποβάλουν φορολογική δήλωση. Γιατί, αυτή την έννοια δεν είχε η έκτακτη εισφορά, που πλήρωσαν ήδη τα φυσικά πρόσωπα και καλούνται τώρα να πληρώσουν και οι κερδοφόρες εταιρείες; Κάπως έτσι, καταλήγουμε, λοιπόν, στο δυσάρεστο συμπέρασμα ότι «τα οφέλη που αντλεί κάποιος από την ελευθερία, είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των χρήσεων της ελευθερίας που κάνουν οι άλλοι». Και δυστυχώς σ’ αυτή τη χώρα, η συγκεκριμένη ρήση βρίσκει απόλυτη εφαρμογή, αλλά με την κακή έννοια.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Στην Ελλάδα έχουμε κακής ποιότητας οικονομική ελευθερία και κατ’ επέκταση αντίστοιχης ποιότητας πολιτική ελευθερία. Και στο πλαίσιο αυτής της τελευταίας λαμβάνονται διακομματικές αποφάσεις του στυλ «πονάει κεφάλι – κόψει κεφάλι». Οπως αυτή των έκτακτων εισφορών, εις βάρος αυτών που είναι πολίτες με φορολογική συνείδηση και δηλώνουν το εισόδημά τους (απόφαση της κυβέρνησης της Ν. Δ.) ή κερδοφόρες εταιρείες (απόφαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ) που επιμένουν να διατηρούν την έδρα τους στην Ελλάδα και δεν τη μεταφέρουν κάπου στη Βουλγαρία, όπου το μετοχικό κεφάλαιο που απαιτείται για να στήσει κανείς μια ΕΠΕ είναι 1 -ολογράφως: ένα- ευρώ και οι διαδικασίες υποτυπώδεις και ταχύτατες.

Βεβαίως, η αγορά όταν αφήνεται να λειτουργήσει, έχει τρόπους να βρίσκει λύσεις, ακόμα και στα πιο δισεπίλυτα προβλήματα. Και το έχει αποδείξει. Αλλά δυστυχώς δεν αφήνεται. Γιατί τότε μπορεί να αποδειχθεί, μεταξύ άλλων, ότι οι εν Ελλάδι κήνσορες της πολιτικής ελευθερίας είναι πουκάμισα αδειανά. Πάρτε, για παράδειγμα, το περίφημο ζήτημα των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών. Ολοι επικεντρώνουμε την προσοχή μας στη δωδεκάμηνη σύγκριση, δηλαδή στη σύγκριση με την προ κρίσεως εποχή. Σε αυτήν την περίπτωση, όντως, η κατάσταση είναι τραγική. Αν όμως η σύγκριση γίνει με βάση την εξέλιξη των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της κρίσης, τότε, όποιος την κάνει, καταλήγει σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον συμπέρασμα. Που λέει τι:

Οτι η αγορά, όταν αντιλήφθηκε ότι αυτή η δυσάρεστη κατάσταση θα έχει διάρκεια πήρε τα μέτρα της και σταμάτησε να κόβει μεταχρονολογημένες επιταγές με τον ίδιο ρυθμό που το έκανε παλαιότερα. Γι’ αυτό και όποιος μπει στον κόπο, θα δει ότι από τον Ιούνιο και μετά ο ρυθμός αύξησής τους παραμένει μεγάλος, αλλά είναι μειούμενος. Απλά, η δαρβινική αντίληψη της αγοράς που πρεσβεύει πως «ό, τι δεν περπατά αντικαθίσταται» βρήκε, για μια ακόμα φορά, εφαρμογή.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s